Το στοίχημα της βιωσιμότητας

  • 0
  • 73 views

Ο σχεδιασμός ενός μοντέλου τουριστικής ανάπτυξης με επίκεντρο τον άνθρωπο και την αειφορία, η εφαρμογή του οποίου θα έχει αποτέλεσμα μια ήπια, βιώσιμη, πράσινη και δίκαιη ανάπτυξη παραμένουν ζητούμενα!

Γράφει ο Χρήστος Αναστασόπουλος

Οικονομολόγος, MSc

Αν και τυγχάνει συχνής αναφοράς, η έννοια του αειφόρου τουρισμού προκαλεί σύγχυση τόσο ως προς τον ορισμό όσο και ως προς το περιεχόμενό της. Σύμφωνα με τη συνήθη λανθασμένη προσέγγισή του, αφορά μόνο ζητήματα που άπτονται του περιβάλλοντος και της προστασίας του. Στην πραγματικότητα όμως,  ο αειφόρος ή βιώσιμος τουρισμός (sustainable tourism) είναι πολυδιάστατη έννοια. Είναι, σύμφωνα με τον UNWTO, «ο τουρισμός που λαμβάνει πλήρως υπόψη του τις υφιστάμενες και μελλοντικές οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις του και ανταποκρίνεται στις ανάγκες των επισκεπτών, του κλάδου και των κοινοτήτων στους προορισμούς υποδοχής». 

Το υφιστάμενο μοντέλο του τουρισμού αλλάζει τα τελευταία χρόνια με ρυθμό που επιταχύνθηκε λόγω της πανδημίας. Νέες μορφές τουρισμού αναπτύσσονται, όπως ο τουρισμός πόλεων (city break), ο ασημένιος τουρισμός (silver tourism) και αυτός που αφορά τους ψηφιακούς νομάδες (digital nomads), διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό περιβάλλον. Παράλληλα, κάποιες από τις υφιστάμενες μορφές, όπως αυτή του Τουρισμού Κρουαζιέρας, επεκτείνονται. Δυστυχώς όμως, το μοντέλο δεν αλλάζει ριζικά, δεν λαμβάνει τα επιθυμητά χαρακτηριστικά ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του αειφόρου τουρισμού, έτσι όπως αυτός ορίστηκε παραπάνω. Η εμπειρία από το παρελθόν, οι παθογένειες και οι αρνητικές επιπτώσεις του μαζικού τουρισμού καθώς και τα διδάγματα της πανδημίας, δεν φαίνεται να οδηγούν σε μια διαφορετική φιλοσοφία, σε μια διαφορετική προσέγγιση της τουριστικής ανάπτυξης. Αναδύεται ένα μοντέλο στο οποίο συνυπάρχει ο μαζικός τουρισμός – όπως τον γνωρίζουμε, αλλά σε περιορισμένη έκταση σε σχέση με το παρελθόν – με άλλες μορφές τουρισμού που μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά μαζί του αλλά και που διαφοροποιούνται από αυτόν. Ένα νέο μοντέλο που, σε έναν βαθμό, διορθώνει ορισμένες παθογένειες του παλιού αλλά και που ταυτόχρονα προκαλεί καινούργιες.

Η επιλογή του all inclusive τουρισμού και των ταξιδιών σε group υποχωρεί μεν – τόσο ως αποτέλεσμα της πανδημίας όσο και της αλλαγής της νοοτροπίας των ταξιδιωτών – αλλά παραμένει ακόμη δημοφιλής σε επισκέπτες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ταυτόχρονα, η υψηλή διαθεσιμότητα πτήσεων χαμηλού κόστους, η λειτουργία σιδηροδρομικών δικτύων υψηλής ταχύτητας, η ανάπτυξη της οικονομίας του διαμοιρασμού, ιδιαίτερα το σκέλος της που αφορά τη βραχυχρόνια μίσθωση και η ανάπτυξη του διαδικτύου, μέσω του οποίου αντλούνται στοιχεία για τους προορισμούς, τη μετάβαση, τη διαμονή και πλήθος άλλων πληροφοριών, δίνουν τη δυνατότητα σε πλήθος μεμονωμένων επισκεπτών να διαμορφώνουν οι ίδιοι το ταξίδι τους και να του προσδίδουν τα χαρακτηριστικά που επιθυμούν. Αναμφίβολα, η εξέλιξη αυτή έχει κάποιες θετικές επιπτώσεις. Όπως στην περίπτωση της ανάπτυξης της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων που έχει θετικό αντίκτυπο στις τοπικές οικονομίες επειδή αυξάνει τον αριθμό των επισκεπτών, αυξάνει τις επενδύσεις για εκμετάλλευση ακινήτων, δημιουργεί συμπληρωματικά εισοδήματα για ιδιώτες – νοικοκυριά και επειδή τα προκύπτοντα οικονομικά οφέλη διαχέονται στην κοινωνία με δικαιότερο τρόπο έναντι εναλλακτικών επιλογών.

Παρόλα αυτά, η εξέλιξη αυτή, υπό συνθήκες, οδηγεί και πάλι σε έναν τουρισμό που προσιδιάζει σε αυτόν του μαζικού, έναν τουρισμό που συχνά χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη μεγάλου αριθμού επισκεπτών σε περιορισμένο χώρο και χρόνο, με όσα συνεπάγεται αυτό. Η συνεπαγόμενη των ψηφιακών πλατφόρμων βραχυχρόνιας μίσθωσης ύπαρξη πολλών και φθηνών καταλυμάτων μαζί με την ανάπτυξη των χαμηλού κόστους αεροπορικών εταιριών και του Τουρισμού Κρουαζιέρας, θεωρούνται οι κυριότεροι παράγοντες της έκτασης και της έντασης που έχει λάβει το φαινόμενο του «Υπερτουρισμού» σε πλήθος ευρωπαϊκές πόλεις στις οποίες αναπτύσσονται κοινωνικά κινήματα, οι διαδηλώσεις των μόνιμων κατοίκων κλιμακώνονται και οι αρχές πασχίζουν να περιορίσουν το πρόβλημα. Στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προκαλεί, συγκαταλέγονται η υπερβολική χρήση των φυσικών πόρων, η κατακόρυφη και πολλές φορές μη διαχειρίσιμη αύξηση των απορριμμάτων, η αύξηση της δόμησης εις βάρος του φυσικού περιβάλλοντος και η διατάραξη των οικοσυστημάτων των πληττόμενων περιοχών. Ενώ, μεταξύ των κοινωνικών επιπτώσεων συμπεριλαμβάνονται η δυσκολία εύρεσης μόνιμης κατοικίας, οι σημαντικές αυξήσεις στα ενοίκια και στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών, ο συνωστισμός, ο θόρυβος και η αλλοίωση ολόκληρων γειτονιών που έχουν ως απόρροια τη μετεγκατάσταση κατοίκων σε περιοχές εκτός του κέντρου ή και εκτός της πόλης και την ανάπτυξη ενός αξιοσημείωτου κοινωνικού φαινομένου, αυτού της «τουρισμοφοβίας». Ενώ, σημαντική επίπτωση αποτελεί και η υποβάθμιση της εμπειρίας των ίδιων των επισκεπτών, η οποία θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα της τουριστικής ανάπτυξης των προορισμών που χαρακτηρίζονται από το φαινόμενο, «σπρώχνοντάς» τους στο τελευταίο και ανεπιθύμητο στάδιο του κύκλου ζωής τους, αυτού της παρακμής. Ο Υπερτουρισμός συνιστά «εχθρό» της αυθεντικής εμπειρίας που, όπως καταδεικνύει πλήθος ερευνών, είναι βασικό κριτήριο επιλογής προορισμού από ολοένα και περισσότερους ταξιδιώτες.

Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω ισχύουν λίγο πολύ και στη χώρα μας. Ο μαζικός τουρισμός στην γνωστή του μορφή συνεχίζει να υφίσταται έστω και «ψαλιδισμένος». Πόλεις που καθίστανται δημοφιλείς city break προορισμοί αρχίζουν, λόγω έλλειψης οριοθέτησης, να μαστίζονται από αυξημένες ροές επισκεπτών με επακόλουθο την υπέρβαση της τουριστικής φέρουσας ικανότητάς τους και την εμφάνιση τελικά του φαινομένου τον υπερτουρισμού. Η επέκταση του φαινομένου της βραχυχρόνιας μίσθωσης επεκτείνεται με γοργούς ρυθμούς και υφίστανται ήδη αστικά κέντρα, όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, τα Χανιά, η Καλαμάτα αλλά και νησιωτικές περιοχές, όπου οι αρνητικές επιπτώσεις του ιδιαίτερα στο στεγαστικό επίπεδο είναι φανερές. Με την έλλειψη διαμερισμάτων για μακροχρόνια ενοικίαση και υπέρογκες τιμές ενοικίασης, σε όσα διατίθενται, έρχονται αντιμέτωποι μόνιμοι κάτοικοι αυτών των προορισμών αλλά και φοιτητές, ιατροί, εκπαιδευτικοί και περιστασιακοί εργαζόμενοι στον τουριστικό τομέα. Από την άλλη μεριά, η ανάπτυξη του Τουρισμού Κρουαζιέρας, αυτής της ακραίας εκδοχής μαζικού τουρισμού, της διευρυμένης all inclusive λογικής, προκαλεί σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις και επιπτώσεις στην υγεία, όπως καταδεικνύουν έρευνες (όπως αυτές στην Κέρκυρα και στον Πειραιά), καθώς και σημαντική υπέρβαση της Τουριστικής Φέρουσας Ικανότητας (ΤΦΙ) προορισμών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το νησί της Σαντορίνης. Με όρους κόστους – οφέλους, συνυπολογίζοντας το γεγονός πως οι επισκέπτες δαπανούν ελάχιστα στους προορισμούς, όλες τις προαναφερόμενες επιπτώσεις, αλλά και τις δαπάνες όπως αυτές που απαιτούνται για υποδομές στα λιμάνια, το αποτέλεσμα δεν είναι θετικό. Παράλληλα, σε ορισμένα νησιά των Κυκλάδων, με αντιπροσωπευτικότερη περίπτωση αυτή της Μυκόνου, αναπτύσσεται ένας ιδιότυπος τουρισμός για λίγους, που αφορά επισκέπτες με ιδιαίτερα υψηλή οικονομική δυνατότητα,  εξέλιξη που πέρα των άλλων συνεπειών οδηγεί σε αποκλεισμό τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων. Επίσης, η επέκταση της τουριστικής δραστηριότητας στο χώρο και στο χρόνο παραμένει στο επίπεδο των προγραμματικών δηλώσεων και προθέσεων. Η τουριστική δραστηριότητα συνεχίζει να ασκείται λίγους μήνες το χρόνο και σε μικρό μόνο μέρος της επικράτειας, παρά τις τεράστιες δυνατότητες της χώρας μας και στα δύο επίπεδα. Ενώ, οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού που προσιδιάζουν στη φιλοσοφία και στις πρακτικές του αειφόρου τουρισμού, αναπτύσσονται μεν, με σημαντικό πλέον αριθμό εξαιρετικών πρακτικών, αλλά όχι με οργανωμένο τρόπο, τον ρυθμό ανάπτυξης, στην έκταση και στον βαθμό που απαιτείται.

Επιστρέφοντας στην αρχή του κειμένου, όπου αναφέρθηκε ο ορισμός του αειφόρου τουρισμού, από όσα προαναφέρθηκαν γίνεται αντιληπτό πως η εξέλιξη της τουριστικής μας ανάπτυξης δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές του. Στην κατεύθυνση ανταπόκρισης απαιτούνται, μεταξύ άλλων,: α) η υιοθέτηση διαφορετικής φιλοσοφίας και αξιακού πλαισίου β) η διαμόρφωση κατάλληλης κουλτούρας, με την απόκτηση τουριστικής συνείδησης τόσο από τους ιθύνοντες, τους επαγγελματίες  και τους κατοίκους του προορισμού όσο και, στην ιδανική περίπτωση, από τους ίδιους τους επισκέπτες, γ) ο στρατηγικός τρόπος σκέψης και δράσης που, υπό προϋποθέσεις και σε έναν βαθμό, διασφαλίζεται με τη σύσταση ενός Οργανισμού Διαχείρισης και Προώθησης Προορισμού (DMMO) και δ) η χρήση στη χάραξη τουριστικής πολιτικής του εργαλείου της Φέρουσας Ικανότητας, η οποία, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού, είναι ο μέγιστος αριθμός ατόμων που μπορούν να επισκεφθούν ταυτόχρονα έναν τουριστικό προορισμό, χωρίς να προκαλείται καταστροφική επίπτωση στο φυσικό, οικονομικό και κοινωνικοπολιτιστικό περιβάλλον καθώς και μείωση της ικανοποίησης των επισκεπτών.

Εν κατακλείδι, ο σχεδιασμός ενός μοντέλου τουριστικής ανάπτυξης με επίκεντρο τον άνθρωπο και την αειφορία, η εφαρμογή του οποίου θα έχει αποτέλεσμα μια ήπια, βιώσιμη, πράσινη και δίκαιη ανάπτυξη παραμένουν ζητούμενα!